Κατά την Αναπνευστική δυσχέρεια οι αντιρροπιστικοί μηχανισμοί του οργανισμού εξακολουθούν να κρατούν τον ασθενή στη ζωή.
Κατά την Αναπνευστική ανεπάρκεια ο ασθενής έχει εξαντλήσει την αντιρροπιστική του ικανότητα και πλέον δεν μπορεί να προσλάβει επαρκές οξυγόνο ή να αποβάλει επαρκώς διοξείδιο του άνθρακα.
Στην προνοσοκομειακή φροντίδα, η αναπνοή είναι από τα πρώτα πράγματα που αξιολογούμε και από τα τελευταία που πρέπει να υποτιμήσουμε. Ένας ασθενής που «αναπνέει ακόμα» δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι ασφαλής. Πολλές φορές, αυτό που βλέπουμε μπροστά μας είναι ο αγώνας που κάνει ο οργανισμός που χρησιμοποιεί ό,τι εφεδρείες του έχουν απομείνει για να κρατήσει τον ασθενή ζωντανό.
Εδώ βρίσκεται η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην αναπνευστική δυσχέρεια και την αναπνευστική ανεπάρκεια.
Η αναπνευστική δυσχέρεια είναι η κατάσταση στην οποία ο ασθενής δυσκολεύεται να αναπνεύσει, αλλά οι αντιρροπιστικοί μηχανισμοί του οργανισμού εξακολουθούν να λειτουργούν.
Ο ασθενής παρουσιάζει
- ταχύπνοια,
- χρήση επικουρικών μυών,
- ρινικό πτερύγισμα,
- εισολκές,
- ταχυκαρδία,
- ανησυχία,
- εφίδρωση ή αδυναμία να μιλήσει με ολοκληρωμένες προτάσεις.
Όλα αυτά είναι σημάδια ότι ο οργανισμός δουλεύει σκληρά για να διατηρήσει την οξυγόνωση και τον αερισμό.
Με απλά λόγια, στην αναπνευστική δυσχέρεια ο ασθενής ακόμα παλεύει. Και όσο παλεύει, υπάρχει χρόνος για σωστή εκτίμηση, παρέμβαση και διακομιδή.
Η αναπνευστική ανεπάρκεια, από την άλλη, είναι το σημείο όπου ο οργανισμός δεν αντέχει άλλο. Οι αντιρροπιστικοί μηχανισμοί έχουν εξαντληθεί. Ο ασθενής δεν μπορεί πλέον να μεταφέρει επαρκές οξυγόνο μέσα στους πνεύμονες ή δεν μπορεί να αποβάλει αποτελεσματικά το διοξείδιο του άνθρακα. Εκεί αρχίζει η κατάρρευση. Και αυτή η μετάβαση μπορεί να γίνει ύπουλα, γρήγορα και βίαια.
Το μεγάλο λάθος στην προνοσοκομειακή φροντίδα είναι να θεωρήσουμε ότι ο ασθενής δεν θα χειροτερεύσει και θα παραμείνει σταθερός. Έτσι, δεν κινούμαστε επιθετικά μέχρι να εμφανιστούν η κυάνωση, η βραδυκαρδία, η μειωμένη ανταπόκριση ή εξάντληση της αναπνευστικής προσπάθειας. Τότε όμως είναι ήδη πάρα πολύ αργά. Η κυάνωση δεν είναι πρώιμο σημάδι. Είναι κόκκινη κάρτα. Και όταν τη δούμε, το παιχνίδι μπορεί να έχει ήδη χαθεί.
Ο διασώστης πρέπει να διαβάζει την αναπνοή σαν δυναμική εικόνα, όχι σαν μεμονωμένο αριθμό. Ο κορεσμός οξυγόνου είναι χρήσιμος, αλλά δεν λέει όλη την αλήθεια. Ένας ασθενής μπορεί να έχει αρχικά ικανοποιητικό SpO₂ και ταυτόχρονα να εξαντλείται αναπνευστικά. Επίσης, ένας φυσιολογικός αριθμός αναπνοών δεν αποκλείει σοβαρό πρόβλημα, ειδικά αν ο ασθενής είναι κουρασμένος, καταβεβλημένος ή έχει αρχίσει να μειώνει την προσπάθειά του.
Αυτό που πρέπει να μας ενδιαφέρει είναι η συνολική εικόνα:
- πώς αναπνέει,
- πόσο κοπιάζει,
- αν μιλάει,
- αν ιδρώνει,
- αν χρησιμοποιεί επικουρικούς μύες,
- αν αλλάζει επίπεδο συνείδησης,
- αν έχει συριγμό, ρόγχους,
- σιγή στην ακρόαση,
- παράδοξη αναπνοή ή σημεία απόφραξης αεραγωγού.
Η αναπνοή δεν αξιολογείται μόνο με το μάτι και το οξύμετρο. Αξιολογείται με κλινική σκέψη.
Ένα πολύ πρακτικό σημείο είναι το εξής: όταν ένας ασθενής με έντονη αναπνευστική προσπάθεια ξαφνικά φαίνεται πιο «ήρεμος», αυτό δεν είναι πάντα βελτίωση. Μπορεί να είναι εξάντληση. Ο ασθενής που πριν πάλευε να αναπνεύσει και τώρα αναπνέει πιο αργά, πιο ρηχά, με μειωμένη επαφή, μπορεί να περνά από τη δυσχέρεια στην ανεπάρκεια. Εκεί πρέπει να αλλάξουμε όλη την διαχείριση.
Στην αναπνευστική δυσχέρεια, ο στόχος είναι να στηρίξουμε τον ασθενή πριν καταρρεύσει.
- Χορήγηση οξυγόνου όταν ενδείκνυται,
- σωστή θέση,
- συνεχής επανεκτίμηση,
- λήψη ιστορικού χωρίς να ταλαιπωρούμε τον ασθενή,
- έγκαιρη ενημέρωση του Συντονιστικού Κέντρου και
- προετοιμασία για ταχεία διακομιδή.
Με αυτόν τον τρόπο δεν θα χάσουμε την επιδείνωση.
Στην αναπνευστική ανεπάρκεια, τα πράγματα γίνονται πιο σοβαρά.
Ο ασθενής μπορεί να χρειάζεται
- υποστήριξη αερισμού με ambu,
- διασφάλιση αεραγωγού σύμφωνα με τα πρωτόκολλα και τις αρμοδιότητες του πληρώματος,
- άμεση προτεραιοποίηση διακομιδής και
- ξεκάθαρη επικοινωνία με το νοσοκομείο υποδοχής.
Εκεί δεν υπάρχει χώρος για καθυστερήσεις, αμηχανία ή «να δούμε λίγο ακόμα». Το «λίγο ακόμα» στην αναπνευστική ανεπάρκεια είναι συχνά πολυτέλεια που ο ασθενής δεν έχει.
Οι συχνές αιτίες μπορεί να είναι πολλές:
- κρίση άσθματος,
- παρόξυνση ΧΑΠ,
- πνευμονικό οίδημα,
- αναφυλαξία,
- πνευμονία,
- πνευμοθώρακας,
- εισρόφηση,
- τραύμα θώρακα,
- απόφραξη αεραγωγού,
- δηλητηριάσεις ή νευρολογικές καταστάσεις που επηρεάζουν την αναπνευστική λειτουργία.
Όμως στην πρώτη επαφή με τον ασθενή, δεν μας ενδιαφέρει η τελική διάγνωση. Αυτό που είναι σημαντικό είναι να αναγνωρίσουμε αν ο ασθενής αντιρροπεί ή αν καταρρέει. Αυτό είναι το κρίσιμο επιχειρησιακό ερώτημα.
Για τον διασώστη, η διάκριση είναι απλή αλλά σκληρή:
Στην αναπνευστική δυσχέρεια, ο ασθενής ακόμα κρατιέται στη ζωή με τους δικούς του μηχανισμούς.
Στην αναπνευστική ανεπάρκεια, αυτοί οι μηχανισμοί έχουν καταρρεύσει.
Και όταν καταρρεύσουν, η κατάσταση είναι δύσκολο να αντιστραφεί.
Γι’ αυτό η αναπνευστική δυσχέρεια δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως «κάτι που βλέπουμε πώς θα πάει». Είναι προειδοποίηση του σώματος μέσω της οποίας το σώμα έχει σημάνει συναγερμό. Αν ο διασώστης την καταλάβει έγκαιρα, μπορεί να προλάβει την ανεπάρκεια. Αν την αγνοήσει, τότε θα κληθεί να διαχειριστεί κατάρρευση.
Η καλή προνοσοκομειακή φροντίδα φαίνεται κυρίως στην έγκαιρη αναγνώριση. Στο να καταλάβει ο διασώστης πότε ο ασθενής ακόμα παλεύει και πότε έχει αρχίσει να χάνει τη μάχη.
Εκεί ξεχωρίζει ο διασώστης που απλώς βλέπει έναν ασθενή να αναπνέει, από τον διασώστη που καταλαβαίνει αν αυτή η αναπνοή αρκεί για να τον κρατήσει ζωντανό.
Παναγιώτης Σπανός
ΔΙΑΣΩΣΤΕΣ ΡΟΔΟΥ
