Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο
Αρχική » Αρθρογραφία και Δράσεις » Προνοσοκομειακή Φροντίδα » Καρδιοαναπνευστική Αναζωογόνηση στο σχολείο: διδάσκοντας τους εκπαιδευτικούς – Aναζήτηση τρόπων και μεθόδων εκπαίδευσης των απλών πολιτών (Μέρος Τρίτο)

Καρδιοαναπνευστική Αναζωογόνηση στο σχολείο: διδάσκοντας τους εκπαιδευτικούς – Aναζήτηση τρόπων και μεθόδων εκπαίδευσης των απλών πολιτών (Μέρος Τρίτο)

3. Καρδιοπνευμονική Αναζωογόνηση στο σχολείο

Δυστυχώς, παρά την επιτακτική ανάγκη συμμετοχής των απλών πολιτών στην «αλυσίδα της ζωής», οι γνώσεις και η προθυμία τους σχετικά με τη διενέργεια ΚΑΡ.Π.Α. και την εφαρμογή απινίδωσης με χρήση εξωτερικού απινιδωτή παραμένει απογοητευτική (Krammel et al., 2018).

Είναι επομένως επιτακτική η αναζήτηση τρόπων και μεθόδων εκπαίδευσης των απλών πολιτών στη βασική υποστήριξη της ζωής.

Σημαντικό βήμα στην προσπάθεια αυτή είναι αφενός η αναζήτηση των κατάλληλων πληθυσμών-στόχων των εκάστοτε εκπαιδευτικών προγραμμάτων και αφετέρου η αναζήτηση του καταλληλότερου τρόπου εκπαίδευσης των πληθυσμών αυτών.

Είναι λογικό, ότι η εκπαίδευση αυτή δεν μπορεί να είναι κοινή για όλους αλλά θα πρέπει να προσαρμόζεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ομάδας στην οποία κάθε φορά απευθύνεται.

Στην έρευνά τους γύρω από τους παράγοντες που επιδρούν στην αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων που αφορούν την εκπαίδευση των απλών πολιτών σε τεχνικές βασικής υποστήριξης της ζωής, οι King et al. (2015) καταλήγουν σε 4 βασικές παραμέτρους που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν κατά τον σχεδιασμό τέτοιων
παρεμβάσεων:

• Αναζήτηση κι επιλογή κατάλληλων τοποθεσιών για τη διενέργεια των εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Θα πρέπει να επιλέγεται ένας χώρος οικείος κι εύκολα προσβάσιμος στην ομάδα που κάθε φορά εκπαιδεύεται.
• Παροχή κατάλληλων κινήτρων για κάθε συγκεκριμένο πληθυσμό-στόχο.
• Αναγνώριση των πιθανών εμποδίων που δύνανται να αναχαιτίσουν τη διαδικασία εκπαίδευσης ή/και να περιορίσουν την προθυμία των απλών πολιτών για συμμετοχή τους στο πρόγραμμα.
• Αναγνώριση ατόμων με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά εντός του πληθυσμού στόχου που θα μπορέσουν να δράσουν ως καθοδηγητές για τους συνανθρώπους τους κι έτσι να συμβάλουν στη περαιτέρω διάδοση των γνώσεων ΚΑΡ.Π.Α.
εντός αλλά κι εκτός του πληθυσμού-στόχου.

Με τον τρόπο αυτόν καθίσταται  δυνατή η δημιουργία ενός ημι-αυτοδύναμου συστήματος, στο οποίο η γνώση
πολλαπλασιάζεται με περιορισμένη συνεισφορά εκ μέρους του «εκτός του συστήματος» εξειδικευμένου (και ακριβού) προσωπικού.

 

Στην αναζήτηση αυτών των ατόμων/«πολλαπλασιαστών» είναι σημαντικό να περιλαμβάνονται όλοι οι πολίτες ανεξαρτήτως ηλικίας, συγκεκριμένα να μην παραβλέπονται τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι.

Αναφορικά με την τελευταία παράμετρο, την αναζήτηση δηλαδή ατόμων/«πολλαπλασιαστών» μεταξύ των απλών πολιτών, οι ερευνητές αναγνωρίζουν διεθνώς το σημαντικό ρόλο που μπορούν να αναλάβουν τα παιδιά, αφενός στη διάδοση των γνώσεων βασικής υποστήριξης της ζωής και αφετέρου στην αλλαγή της συνολικής νοοτροπίας με στόχο τελικά τη βελτίωση των γνώσεων και των στάσεων απέναντι στη διενέργεια βασικής υποστήριξης της ζωής του γενικού πληθυσμού (Greif et al., 2015).

Στη Νορβηγία, η εκπαίδευση των μαθητών στις πρώτες βοήθειες και στην καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση έχει γίνει υποχρεωτική ήδη από το 1961 (Bakke et al., 2017).

Πολύ αργότερα, το 2011, η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία συνηγόρησε επίσημα υπέρ της εισαγωγής της υποχρεωτικής εκπαίδευσης βασικής υποστήριξης της ζωής στα αμερικανικά σχολεία (Cave et al., 2011).

Οι Plant & Taylor (2013) στη συστηματική τους ανασκόπηση, σχετικά με την εκπαίδευση των παιδιών στη βασική υποστήριξη της ζωής, αναλύουν τους παράγοντες που τα καθιστούν ιδανικούς «πολλαπλασιαστές» γνώσεων ΚΑΡ.Π.Α..

Καταρχάς, η εισαγωγή της διδασκαλίας πρώτων βοηθειών και ΚΑΡ.Π.Α. στα σχολεία είναι ένας από τους λίγους δυνατούς τρόπους ομοιογενούς εκπαίδευσης ενός πολύ μεγάλου τμήματος του πληθυσμού μιας χώρας, καθώς, τουλάχιστον στο σύγχρονο δυτικό κόσμο, όλοι οι πολίτες μιας χώρας, ανεξαρτήτως κοινωνικών, οικονομικών και
πολιτισμικών χαρακτηριστικών, περνούν από τα σχολεία ως μαθητές κατά την παιδική τους ηλικία.

Ταυτόχρονα, η παιδική ηλικία ενδείκνυται γενικά για μάθηση και διαμόρφωση ικανοτήτων, όπως επίσης και για διαμόρφωση χαρακτήρα και του απαραίτητου αισθήματος ευθύνης.

Ακόμη, τα παιδιά, λόγω της αυξημένης κινητικότητας τους, είναι καθημερινά παρόντα σε πολλά διαφορετικά περιβάλλοντα με αυξημένες πιθανότητες μαρτυρίας περιστατικών αιφνίδιας ανακοπής.

Τέλος, τα παιδιά μπορούν σχετικά εύκολα να μεταδώσουν τις γνώσεις τους σε άλλα άτομα της οικογένειάς τους είτε άμεσα είτε έμμεσα, με την παρουσίαση για παράδειγμα διδακτικού υλικού που τους έχει διαμοιραστεί σε περαιτέρω άτομα του οικογενειακού τους περιβάλλοντος.

Δύο βασικά θέματα που έχουν απασχολήσει τους ερευνητές είναι η καταλληλότερη ηλικία εκπαίδευσης των παιδιών στην ΚΑΡ.Π.Α. καθώς και η επιλογή της αποτελεσματικότερης εκπαιδευτικής μεθόδου.

Όσον αφορά την καταλληλότερη ηλικία εκμάθησης, οι περισσότεροι ερευνητές συμφωνούν, ότι από την ηλικία των 10-12 ετών τα παιδιά μπορούν να διδαχθούν αποτελεσματικά ΚΑΡ.Π.Α. (Plotnikoff et al., 1989, Bohn et al., 2012) ενώ ακόμα και για μικρότερα παιδιά υπάρχουν ενδείξεις ότι δύνανται να διδαχθούν σε ικανοποιητικό βαθμό ορισμένα τουλάχιστον βήματα υποστήριξης της ζωής (Plant & Taylor, 2013, Uray, 2003).

Το γεγονός ότι μεγαλύτερα παιδιά τείνουν να εμφανίζουν καλύτερα αποτελέσματα, όσον αφορά τις δοκιμασίες ελέγχου ικανοτήτων ΚΑΡ.Π.Α., οφείλεται σε μεγάλο βαθμό, μεταξύ άλλων, στο ότι η ποιότητα των θωρακικών συμπιέσεων φαίνεται να εξαρτάται από φυσικούς παράγοντες όπως ο δείκτης μάζας σώματος των παιδιών (Plant & Taylor, 2013).

Πολλές διαφορετικές μέθοδοι έχουν χρησιμοποιηθεί διαχρονικά και ανά τον κόσμο για την εκπαίδευση των παιδιών στη βασική υποστήριξη της ζωής.

 

 

Στη συστηματική ανασκόπησή τους, οι Plant & Taylor (2013) διακρίνουν τρεις διαφορετικές κατηγορίες
τέτοιων μεθόδων:

1. Εξοπλισμός („Kits“) αυτοεκπαίδευσης
2. Εκπαίδευση στη βάση χρήσης ηλεκτρονικού υπολογιστή
3. Εκπαίδευση μέσω ζωντανής ανατροφοδότησης από δασκάλους/εκπαιδευτές

Εξάλλου, στην ίδια συστηματική ανασκόπηση, οι συγγράφεις αναγνωρίζουν την ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης των πιθανών και καταλληλότερων τρόπων εκπαίδευσης των παιδιών ενώ επίσης τονίζουν την ανάγκη πρακτικής εξάσκησης („hands on“) ώστε τα παιδιά να μπορούν να προπονήσουν τις σωματικές τους ικανότητες.

Τέλος, οι ερευνητές τονίζουν την ανάγκη δημιουργίας νομοθετικού πλαισίου που θα καθιστά την εκπαίδευση των παιδιών στην ΚΑΡ.Π.Α. υποχρεωτική.

Στη βάση των παραπάνω θεωρητικών προβληματισμών και με πρωτοπόρο όπως ήδη αναφέρθηκε τη Νορβηγία, η διδασκαλία βασικής υποστήριξης της ζωής έχει αρχίσει να εισάγεται διεθνώς στην εκπαίδευση μετά από ανάλογες νομοθετικές μεταρρυθμίσεις. Χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων χωρών είναι η Δανία και το
Φλαμανδικό Βέλγιο. (Dursun et al., 2018).

Αν και τα ερευνητικά δεδομένα είναι ιδιαίτερα ανομοιογενή, διαφαίνεται ότι, πράγματι, η συχνότητά διενέργειας ΚΑΡ.Π.Α. από απλούς πολίτες είναι μεγαλύτερη σε κράτη όπου η βασική υποστήριξη της ζωής διδάσκεται υποχρεωτικά στα σχολεία σε σύγκριση με κράτη όπου η εκπαίδευση αυτή δεν είναι υποχρεωτική, όπως για παράδειγμα το Ηνωμένο Βασίλειο (Lockey et al., 2016).

Η αποτελεσματικότητα του μέτρου της υποχρεωτικής εκπαίδευσης ΚΑΡ.Π.Α. στα σχολεία δεν έχει ωστόσο ακόμα τεκμηριωθεί πέραν κάθε αμφιβολίας.

Αντιπροσωπευτικό, στην περίπτωση αυτή, είναι το παράδειγμα της Δανίας, όπου παρά τα αρχικά θετικά αποτελέσματα όσον αφορά τη συνολική βελτίωση της επιβίωσης μετά από αιφνίδια ανακοπή, που ακολούθησε την εισαγωγή παρόμοιων μέτρων κατά το χρονικό διάστημα 2001-2010 (Wissenberg et al., 2013), νεότερες έρευνες εμφανίζουν μετριοπαθή μόνο αποτελέσματα όσον αφορά την επιτυχία της διάδοσης γνώσεων και βελτίωσης της συνολικής νοοτροπίας γύρω από τη βασική υποστήριξη της ζωής στο περιβάλλον του σχολείου (Malta Hansen et al., 2017).

Έτσι, αν και η ιδέα χρησιμοποίησης των παιδιών ως «πολλαπλασιαστών» γνώσεων, και γενικότερα του σχολείου ως χώρου εκπαίδευσης ΚΑΡ.Π.Α., είναι θεωρητικά καλά βασισμένη, στην πράξη δεν φαίνεται να έχει πάντα επιτυχή εφαρμογή (de Paiva et al., 2014).

 

 

Επομένως, είναι απαραίτητη η αναζήτηση των παραγόντων που μπορεί να επηρεάζουν θετικά ή αρνητικά αυτήν τη διαδικασία και η λήψη των κατάλληλων μέτρων για τη βελτιστοποίηση της.

Όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, οι δάσκαλοι μπορούν να αποτελέσουν αξιόλογους εκπαιδευτές ΚΑΡ.Π.Α (Plant & Taylor, 2013).

Οι Toner et al. (2017), στην έρευνα τους στα πλαίσια του προγράμματος „‘ABC for life’ Programme“ έδειξαν ότι δάσκαλοι που προηγουμένως εκπαιδεύτηκαν από φοιτητές ιατρικής, μπορούν να διδάξουν αποτελεσματικά στους μαθητές τους τεχνικές βασικής υποστήριξης της ζωής.

Οι Lukas et al. (2016) διενήργησαν μια εξαετή προοπτική έρευνα, κατά την οποία μαθητές εκπαιδευτήκαν στη διενέργεια καρδιοπνευμονικής αναζωογόνησης είτε από δασκάλους τους είτε από ιατρούς με εξειδίκευση στην αντιμετώπιση επειγόντων περιστατικών.

Σκοπός των ερευνητών ήταν, αφενός μεν, να αξιολογήσουν την ικανότητα των μαθητών να διατηρούν μακροπρόθεσμα τις γνώσεις και ικανότητες ΚΑΡ.Π.Α. μετά από την αντίστοιχη εκπαίδευσή τους, αφετέρου δε, να συγκρίνουν τους δασκάλους με το εξειδικευμένο ιατρικό προσωπικό ως προς την ικανότητα εκπαίδευσης μαθητών στην ΚΑΡ.Π.Α..

Τα αποτελέσματα της έρευνας ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά με τους δασκάλους να αναδεικνύονται σε ικανοποιητικούς και κατάλληλους εκπαιδευτές ΚΑΡ.Π.Α. και τα παιδιά να είναι ικανά να διατηρούν τις
αποκτηθείσες γνώσεις και ικανότητες έως και 3 χρόνια μετά το τέλος της έρευνας.

Καρδιοαναπνευστική Αναζωογόνηση στο σχολείο: διδάσκοντας τους εκπαιδευτικούς – Αιφνίδιος Καρδιακός Θάνατος (Μέρος Πρώτο)

Καρδιοαναπνευστική Αναζωογόνηση στο σχολείο: διδάσκοντας τους εκπαιδευτικούς – Xρειάζεται ένα σύστημα για να σωθεί μια ζωή (Μέρος Δεύτερο)

Καρδιοαναπνευστική Αναζωογόνηση στο σχολείο: διδάσκοντας τους εκπαιδευτικούς – Aναζήτηση τρόπων και μεθόδων εκπαίδευσης των απλών πολιτών (Μέρος Τρίτο)

 

ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΠΟΥΔΩΝ
«ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΜΟΝΑΔΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΣΥ»

ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
«Καρδιοαναπνευστική Αναζωογόνηση στο σχολείο: διδάσκοντας τους εκπαιδευτικούς. Συστηματική ανασκόπηση των μεθόδων εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών στην καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση και ποιοτική έρευνα
γύρω από τη στάση τους απέναντι σε αυτή»

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΝΙΣΟΒΙΤΗ

ΑΘΗΝΑ, ΙΟΥΝΙΟΣ, 2020

ΔΙΑΣΩΣΤΕΣ ΡΟΔΟΥ