Τα συστήματα εθελοντών πρώτων ανταποκριτών, γνωστά διεθνώς ως Community First Responders ή CFR, χρησιμοποιούνται ολοένα συχνότερα για τη μείωση του χρόνου μέχρι την παροχή των πρώτων βοηθειών. Εκπαιδευμένοι εθελοντές που βρίσκονται κοντά σε ένα επείγον περιστατικό ειδοποιούνται παράλληλα με την υπηρεσία ασθενοφόρων και, όταν είναι διαθέσιμοι, μεταβαίνουν στο σημείο για να προσφέρουν άμεση βοήθεια μέχρι να φτάσει το ασθενοφόρο.
Η έρευνα «Ahead of the ambulance: Optimizing volunteer training», των Brian Overbeek, Pieter L. van den Berg, Caroline J. Jagtenberg και Rob van der Mei, εξετάζει ένα πρόβλημα που μέχρι σήμερα είχε μελετηθεί ελάχιστα: όταν ο διαθέσιμος προϋπολογισμός είναι περιορισμένος, ποιοι εθελοντές πρέπει να εκπαιδευτούν και σε ποιο επίπεδο, ώστε να βελτιωθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η αποτελεσματικότητα ολόκληρου του συστήματος;
Η μελέτη δεν εξετάζει απλώς πόσους εθελοντές μπορεί να εκπαιδεύσει ένας οργανισμός. Εξετάζει πώς πρέπει να κατανεμηθούν τα χρήματα της εκπαίδευσης, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εθελοντές διαφέρουν σημαντικά ως προς τη διαθεσιμότητα, τη γεωγραφική θέση, το υφιστάμενο επίπεδο εκπαίδευσης και την πιθανότητα να φτάσουν πριν από το ασθενοφόρο.
Ο ρόλος των πρώτων ανταποκριτών
Ο χρόνος ανταπόκρισης μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά την έκβαση σοβαρών επειγόντων περιστατικών, όπως η εξωνοσοκομειακή καρδιακή ανακοπή. Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι οι εθελοντές μπορούν να φτάσουν πριν από το ασθενοφόρο σε σημαντικό ποσοστό περιστατικών και να μειώσουν τον χρόνο μέχρι την έναρξη της πρώτης βοήθειας.
Η χρησιμότητα των συστημάτων αυτών θεωρείται μεγαλύτερη στις αγροτικές περιοχές, όπου τα ασθενοφόρα χρειάζονται συχνά περισσότερο χρόνο για να φτάσουν και τα ποσοστά επιβίωσης είναι χαμηλότερα σε σύγκριση με τις αστικές περιοχές. Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία που παρουσιάζουν οι συγγραφείς, οι εθελοντές προηγούνται συχνότερα του ασθενοφόρου στις αγροτικές περιοχές και το χρονικό κέρδος είναι συνήθως μεγαλύτερο.
Πολλά συστήματα κινητοποιούν εθελοντές μόνο σε καρδιακές ανακοπές, επειδή πρόκειται για εξαιρετικά επείγοντα περιστατικά στα οποία η ΚΑΡΠΑ και η χρήση αυτόματου εξωτερικού απινιδωτή μπορούν να εφαρμοστούν έπειτα από σχετικά περιορισμένη εκπαίδευση. Υπάρχουν, όμως, συστήματα στα οποία οι εθελοντές ανταποκρίνονται και σε εγκεφαλικά επεισόδια, αιμορραγίες, τροχαία ατυχήματα, τραυματισμούς, καρδιαγγειακά επείγοντα, υπερδοσολογίες οπιοειδών και σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις.
Κάθε κατηγορία περιστατικού απαιτεί διαφορετικές γνώσεις και δεξιότητες. Για τον λόγο αυτό οι εθελοντές κατατάσσονται συνήθως σε επίπεδα εκπαίδευσης. Όσο υψηλότερο είναι το επίπεδο, τόσο περισσότερες είναι οι κατηγορίες περιστατικών στις οποίες μπορεί να κινητοποιηθεί ένας εθελοντής.
Η «αναμενόμενη έγκαιρη συνδρομή»

Οι ερευνητές εισάγουν έναν νέο δείκτη για τη μέτρηση της αποτελεσματικότητας ενός συστήματος πρώτων ανταποκριτών. Τον ονομάζουν expected relief, όρος που μπορεί να αποδοθεί ως «αναμενόμενη έγκαιρη συνδρομή».
Ο δείκτης εκφράζει την πιθανότητα να φτάσει τουλάχιστον ένας κατάλληλα εκπαιδευμένος εθελοντής πριν από το ασθενοφόρο. Δεν αρκεί, δηλαδή, να υπάρχει κάποιος εκπαιδευμένος κοντά στο περιστατικό. Πρέπει να είναι διαθέσιμος, να διαθέτει το απαιτούμενο επίπεδο εκπαίδευσης και να μπορεί πράγματι να προηγηθεί του ασθενοφόρου.
Το μοντέλο συνδυάζει την πιθανότητα διαθεσιμότητας κάθε εθελοντή με την πιθανότητα να φτάσει εγκαίρως σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Παράλληλα, λαμβάνει υπόψη τη συχνότητα των περιστατικών, την ώρα κατά την οποία συμβαίνουν, τη βαρύτητά τους και το επίπεδο εκπαίδευσης που απαιτούν.
Στη συνέχεια επιλέγει ποιοι εθελοντές πρέπει να αναβαθμιστούν και μέχρι ποιο επίπεδο, χωρίς να υπερβεί τον διαθέσιμο προϋπολογισμό.
Γιατί η επιλογή δεν είναι τόσο απλή

Οι συγγραφείς παρουσιάζουν ένα απλοποιημένο παράδειγμα με τρεις εθελοντές. Ο πρώτος βρίσκεται σε περιοχή με πολλά περιστατικά. Ο δεύτερος είναι διαθέσιμος συχνότερα. Ο τρίτος βρίσκεται σε περιοχή όπου η υπάρχουσα κάλυψη από άλλους εθελοντές είναι χαμηλή.
Με μικρές αλλαγές στα δεδομένα, αλλάζει και η βέλτιστη επιλογή. Σε ένα σενάριο πρέπει να εκπαιδευτεί ο εθελοντής που βρίσκεται κοντά στα περισσότερα περιστατικά. Σε άλλο σενάριο συμφέρει να εκπαιδευτεί εκείνος που είναι διαθέσιμος συχνότερα. Σε τρίτο σενάριο μεγαλύτερη αξία έχει ο εθελοντής που βρίσκεται σε περιοχή με χαμηλή υπάρχουσα κάλυψη.
Το παράδειγμα δείχνει ότι δεν υπάρχει ένας απλός κανόνας που να λειτουργεί πάντοτε. Ο περισσότερο διαθέσιμος εθελοντής δεν είναι υποχρεωτικά η καλύτερη επιλογή. Το ίδιο ισχύει για εκείνον που βρίσκεται κοντά στα περισσότερα περιστατικά ή στην πιο απομακρυσμένη περιοχή. Η αξία της εκπαίδευσης προκύπτει από τον συνδυασμό όλων αυτών των παραγόντων.
Η μελέτη περίπτωσης του Lincolnshire
Το μοντέλο εφαρμόστηκε στο σύστημα πρώτων ανταποκριτών της φιλανθρωπικής οργάνωσης Lincolnshire Integrated Voluntary Emergency Service, γνωστής ως LIVES, στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Το Lincolnshire είναι κυρίως αγροτική περιοχή, έκτασης περίπου 7.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων και πληθυσμού περίπου 1,1 εκατομμυρίων κατοίκων. Οι εθελοντές της LIVES παρέχουν βοήθεια κατά μέσο όρο σε 15 έως 20 περιστατικά την ημέρα, μεταξύ των οποίων εγκεφαλικά επεισόδια, αιμορραγίες, τροχαία ατυχήματα και τραυματισμοί.
Οι εθελοντές προέρχονται από διαφορετικά υπόβαθρα. Ορισμένοι είναι επαγγελματίες υγείας, ενώ άλλοι δεν είχαν προηγούμενες ιατρικές γνώσεις πριν ενταχθούν στο σύστημα. Κατατάσσονται σε οκτώ επίπεδα εκπαίδευσης. Η LIVES πραγματοποιεί εσωτερικά εκπαίδευση μέχρι το τέταρτο επίπεδο, ενώ η κατάρτιση σε ανώτερα επίπεδα απαιτεί σημαντική εξωτερική εκπαίδευση και είναι σπάνια.
Οι εθελοντές δεσμεύονται να είναι διαθέσιμοι τουλάχιστον 16 ώρες τον μήνα, αν και αρκετοί προσφέρουν πολύ περισσότερες ώρες. Ενημερώνουν το συντονιστικό κέντρο για τη διαθεσιμότητα και τη θέση τους. Μπορούν επίσης να δηλώνουν ότι είναι διαθέσιμοι μόνο για πολύ επείγοντα περιστατικά ή και για περιστατικά χαμηλότερης βαρύτητας.
Ένας εθελοντής μπορεί να ειδοποιηθεί εφόσον διαθέτει το απαραίτητο επίπεδο εκπαίδευσης, βρίσκεται σε απόσταση έως δέκα χιλιομέτρων και το περιστατικό έχει χαρακτηριστεί ασφαλές. Παρότι διατηρεί το δικαίωμα να αρνηθεί την ειδοποίηση, στο συγκεκριμένο σύστημα οι αρνήσεις είναι εξαιρετικά σπάνιες.
Τα δεδομένα της έρευνας
Τα δεδομένα των περιστατικών κάλυπταν την περίοδο από τον Απρίλιο του 2020 έως τον Νοέμβριο του 2023 και περιλάμβαναν 21.755 συμβάντα. Από αυτά αποκλείστηκαν 1.396, επειδή έλειπαν απαραίτητες πληροφορίες ή επειδή είχαν συμβεί εκτός του Lincolnshire.
Για κάθε περιστατικό υπήρχαν πληροφορίες σχετικά με το είδος, τη γεωγραφική θέση, την ώρα της κλήσης, την ώρα κινητοποίησης του εθελοντή και την ώρα άφιξης του ασθενοφόρου. Οι τοποθεσίες είχαν ανωνυμοποιηθεί και ομαδοποιηθεί ανά ταχυδρομικό κώδικα.
Τα στοιχεία διαθεσιμότητας κάλυπταν την περίοδο από τον Ιανουάριο του 2022 έως τον Νοέμβριο του 2023. Αρχικά περιλάμβαναν 238 εθελοντές και 13.205 περιόδους διαθεσιμότητας. Αποκλείστηκαν 46 εθελοντές, επειδή είχαν δηλώσει λιγότερες από πέντε περιόδους διαθεσιμότητας ή επειδή δεν ήταν γνωστό το επίπεδο εκπαίδευσης ή η βασική τους θέση.
Η τελική ανάλυση περιέλαβε 192 εθελοντές και 13.006 περιόδους διαθεσιμότητας. Η μέση διάρκεια κάθε συνεχόμενης περιόδου ήταν περίπου 9,5 ώρες. Η μέση πιθανότητα διαθεσιμότητας ήταν μόλις 5,2%, ενώ ο πιο διαθέσιμος εθελοντής ήταν ενεργός περισσότερο από το μισό χρονικό διάστημα. Η διαφορά αυτή δείχνει πόσο ανομοιογενής μπορεί να είναι ένας εθελοντικός μηχανισμός.
Οι ερευνητές χώρισαν το εικοσιτετράωρο σε τρεις ζώνες: από τις 00:00 έως τις 09:00, από τις 09:00 έως τις 17:00 και από τις 17:00 έως τις 00:00. Τόσο τα περιστατικά όσο και η διαθεσιμότητα ήταν χαμηλότερα τη νύχτα, υψηλότερα το βράδυ και σε ενδιάμεσα επίπεδα κατά τη διάρκεια της ημέρας. Δεν διαπιστώθηκαν σημαντικές διαφορές ανά ημέρα της εβδομάδας.
Η περιοχή χωρίστηκε επίσης σε 133 γεωγραφικές ενότητες. Επειδή τα διαθέσιμα στοιχεία περιλάμβαναν μόνο περιστατικά στα οποία είχε κινητοποιηθεί τουλάχιστον ένας εθελοντής, υπήρχε κίνδυνος μεροληψίας. Για να τον περιορίσουν, οι ερευνητές συνδύασαν τα περιστατικά με επίσημα πληθυσμιακά δεδομένα.
Τα βασικά αποτελέσματα

Πριν από οποιαδήποτε πρόσθετη εκπαίδευση, η μοντελοποιημένη πιθανότητα να φτάσει τουλάχιστον ένας κατάλληλος εθελοντής πριν από το ασθενοφόρο ήταν 16,9%.
Η βέλτιστη αξιοποίηση ενός ετήσιου προϋπολογισμού εκπαίδευσης αύξησε την πιθανότητα αυτή στο 22,8%. Πρόκειται για σχετική βελτίωση κατά 34,7%.
Η εκπαίδευση όλων των εθελοντών μέχρι το τέταρτο επίπεδο θα απαιτούσε ποσό ίσο με 3,61 ετήσιους προϋπολογισμούς και θα αύξανε την αναμενόμενη έγκαιρη συνδρομή στο 25,1%. Επομένως, με τη βέλτιστη διάθεση ενός μόνο ετήσιου προϋπολογισμού μπορούσε να επιτευχθεί περίπου το 70% της μέγιστης δυνατής βελτίωσης.
Η βελτίωση δεν ήταν ίδια σε όλες τις περιοχές. Σε ορισμένες δεν υπήρξε αύξηση, ενώ σε άλλες η πιθανότητα έγκαιρης άφιξης αυξήθηκε έως και κατά 15,9 ποσοστιαίες μονάδες. Η διάμεση αύξηση ήταν 5,4 ποσοστιαίες μονάδες.
Όλοι οι εθελοντές που επιλέχθηκαν για πρόσθετη εκπαίδευση αναβαθμίστηκαν στο τέταρτο επίπεδο. Η διαθεσιμότητα αποδείχθηκε ο σημαντικότερος παράγοντας επιλογής και ακολούθησε ο αριθμός των περιστατικών που μπορούσε να προσεγγίσει κάθε εθελοντής.
Οι εθελοντές που επιλέχθηκαν ήταν διαθέσιμοι κατά μέσο όρο το 7,7% του χρόνου, έναντι 2,3% για όσους δεν επιλέχθηκαν. Όταν ήταν διαθέσιμοι, μπορούσαν να φτάσουν πριν από το ασθενοφόρο στο 6,9% του συνόλου των περιστατικών, έναντι 3,7% για τους μη επιλεγμένους.
Η σύγκριση με τρεις απλές στρατηγικές

Οι ερευνητές συνέκριναν το μοντέλο βελτιστοποίησης με τρεις πιο απλές και διαισθητικές μεθόδους. Η πρώτη επέλεγε κάθε φορά τον περισσότερο διαθέσιμο εθελοντή. Η δεύτερη επέλεγε εκείνον που βρισκόταν κοντά στα περισσότερα περιστατικά. Η τρίτη έδινε προτεραιότητα σε εθελοντές που μπορούσαν να φτάσουν σε περιστατικά τα οποία προσεγγίζονταν από λίγους άλλους εθελοντές.
Από τις απλές μεθόδους, καλύτερα απέδωσε η επιλογή με βάση τη διαθεσιμότητα. Δεύτερη ήρθε η επιλογή με βάση τη ζήτηση και τελευταία η επιλογή με βάση την απομακρυσμένη θέση.
Με έναν ετήσιο προϋπολογισμό, η αύξηση της αποτελεσματικότητας ήταν περισσότερο από 15% χαμηλότερη όταν η επιλογή γινόταν μόνο με βάση τη διαθεσιμότητα. Ήταν 35% χαμηλότερη όταν η επιλογή βασιζόταν στον αριθμό των περιστατικών και 80% χαμηλότερη όταν βασιζόταν στην απομακρυσμένη θέση.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: ακόμη και ο σημαντικότερος μεμονωμένος παράγοντας δεν αρκεί. Όταν ο προϋπολογισμός είναι περιορισμένος, η συνεκτίμηση όλων των χαρακτηριστικών οδηγεί σε πολύ αποδοτικότερη κατανομή των χρημάτων.
Περιορισμοί κινητοποίησης και φόρτος των εθελοντών
Η αναβάθμιση πολλών εθελοντών στο υψηλότερο διαθέσιμο επίπεδο δημιουργεί έναν πιθανό κίνδυνο. Επειδή το σύστημα εκπαίδευσης είναι ιεραρχικό, ένας εθελοντής υψηλού επιπέδου μπορεί να ειδοποιείται για περισσότερες κατηγορίες περιστατικών και, επομένως, συχνότερα.
Το συντονιστικό κέντρο της LIVES αναγνωρίζει τον κίνδυνο υπερφόρτωσης και, όταν υπάρχουν περισσότεροι διαθέσιμοι εθελοντές, μπορεί να επιλέγει έναν εθελοντή χαμηλότερου επιπέδου που εξακολουθεί να διαθέτει τις απαιτούμενες δεξιότητες.
Οι ερευνητές εξέτασαν περιορισμούς που δεν επιτρέπουν σε έναν εθελοντή υψηλού επιπέδου να κινητοποιείται για περιστατικά τα οποία απαιτούν πολύ χαμηλότερη εκπαίδευση. Η διαθεσιμότητα παρέμεινε ο σημαντικότερος παράγοντας επιλογής, αλλά οι περιορισμοί άλλαξαν σημαντικά πόσοι εθελοντές έπρεπε να εκπαιδευτούν, σε ποιες περιοχές και μέχρι ποιο επίπεδο.
Επομένως, οι κανόνες κινητοποίησης δεν αποτελούν λεπτομέρεια που μπορεί να εξεταστεί αργότερα. Επηρεάζουν άμεσα τη βέλτιστη εκπαιδευτική στρατηγική.
Αποτελεσματικότητα και γεωγραφική ισότητα
Η «αναμενόμενη έγκαιρη συνδρομή» δημιουργεί θεωρητικά κίνητρο για την εκπαίδευση εθελοντών σε αγροτικές περιοχές, επειδή εκεί έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να προηγηθούν του ασθενοφόρου.
Στη συγκεκριμένη μελέτη, όμως, το κίνητρο αυτό δεν ήταν αρκετά ισχυρό. Οι περισσότεροι εθελοντές που επιλέχθηκαν βρίσκονταν σε πυκνοκατοικημένες περιοχές, επειδή μπορούσαν να εξυπηρετήσουν πολύ περισσότερα περιστατικά. Η βελτιστοποίηση αύξησε τελικά, αντί να μειώσει, τη διαφορά μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών.
Οι συγγραφείς χαρακτηρίζουν το ζήτημα ως σύγκρουση μεταξύ αποτελεσματικότητας και ισότητας. Μια δικαιότερη κατανομή υπέρ των αγροτικών περιοχών θα οδηγούσε σε μικρότερη συνολική αποτελεσματικότητα, δημιουργώντας αυτό που στην επιχειρησιακή έρευνα ονομάζεται «κόστος της δικαιοσύνης».
Ως μελλοντικές προσεγγίσεις αναφέρονται η ταυτόχρονη βελτιστοποίηση αποτελεσματικότητας και ισότητας, η παροχή μεγαλύτερου βάρους στις λιγότερο καλυμμένες περιοχές και η επιβολή ελάχιστων απαιτήσεων γεωγραφικής ισότητας.
Οι περιορισμοί της μελέτης
Το μοντέλο σχεδιάστηκε για μία εφάπαξ απόφαση εκπαίδευσης. Στην πραγματικότητα, όμως, η εκπαίδευση είναι συνεχής διαδικασία και η σύνθεση, η διαθεσιμότητα και η συμπεριφορά των εθελοντών αλλάζουν με τον χρόνο. Μεταβάλλονται επίσης η γεωγραφική κατανομή και η συχνότητα των περιστατικών.
Η σχετικά περιορισμένη χρονική περίοδος των δεδομένων διαθεσιμότητας δεν επέτρεψε στους ερευνητές να εξετάσουν αλλαγές στη συμπεριφορά των εθελοντών ή να ελέγξουν την απόδοση του μοντέλου σε εντελώς νέα δεδομένα. Οι συγγραφείς προτείνουν ένα δυναμικό μοντέλο, το οποίο θα επαναλαμβάνει τους υπολογισμούς κάθε φορά που πρόκειται να ληφθούν νέες εκπαιδευτικές αποφάσεις.
Το μοντέλο υποθέτει επίσης ότι οι εθελοντές ενεργούν ανεξάρτητα, ότι οι ταυτόχρονες ειδοποιήσεις είναι εξαιρετικά σπάνιες και ότι, όταν ένας εθελοντής της LIVES δηλώνει διαθέσιμος και ειδοποιείται, αποδέχεται την κινητοποίηση. Η τελευταία παραδοχή θεωρείται λογική για τη LIVES, αλλά δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτομάτως σε κάθε άλλο σύστημα.
Η μελέτη δεν εξέτασε άμεσα την επιβίωση των ασθενών ούτε πραγματοποίησε προοπτική δοκιμή της προτεινόμενης κατανομής. Το αποτέλεσμα αφορά τη μοντελοποιημένη πιθανότητα έγκαιρης άφιξης εθελοντή πριν από το ασθενοφόρο. Επομένως, τα αποτελέσματα δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως απόδειξη συγκεκριμένης βελτίωσης της επιβίωσης.
Συμπέρασμα
Η έρευνα δείχνει ότι η εκπαίδευση των πρώτων ανταποκριτών δεν πρέπει να σχεδιάζεται μόνο με βάση το ενδιαφέρον συμμετοχής, τη γεωγραφική θέση ή τη διαθεσιμότητα. Η αξία κάθε εκπαιδευτικής απόφασης εξαρτάται από τον συνδυασμό της διαθεσιμότητας, της θέσης, της συχνότητας των περιστατικών, της υπάρχουσας κάλυψης, του χρόνου άφιξης του ασθενοφόρου, του απαιτούμενου επιπέδου δεξιοτήτων και του κόστους εκπαίδευσης.
Στη μελέτη περίπτωσης της LIVES, η βέλτιστη αξιοποίηση ενός ετήσιου προϋπολογισμού αύξησε κατά 34,7% τη μοντελοποιημένη πιθανότητα να φτάσει τουλάχιστον ένας κατάλληλος εθελοντής πριν από το ασθενοφόρο. Οι απλές στρατηγικές αξιοποίησαν τον ίδιο προϋπολογισμό αισθητά χειρότερα.
Το σημαντικότερο συμπέρασμα δεν είναι ότι πρέπει πάντοτε να εκπαιδεύονται οι περισσότερο διαθέσιμοι εθελοντές ή όσοι βρίσκονται σε πυκνοκατοικημένες περιοχές. Αυτά ήταν αποτελέσματα της συγκεκριμένης περίπτωσης. Το πραγματικό συμπέρασμα είναι ότι η εκπαιδευτική στρατηγική πρέπει να στηρίζεται στα πραγματικά δεδομένα και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε συστήματος.
Βιβλιογραφική αναφορά: Overbeek, B., van den Berg, P. L., Jagtenberg, C. J. και van der Mei, R. (2026). «Ahead of the ambulance: Optimizing volunteer training». Health Care Management Science, 29:25. DOI: 10.1007/s10729-026-09771-9.
Παναγιώτης Σπανός
ΔΙΑΣΩΣΤΕΣ ΡΟΔΟΥ
