Η επιβίωση από καρδιακή ανακοπή δεν τελειώνει τη στιγμή που επανέρχεται η κυκλοφορία, ούτε τη στιγμή που ο ασθενής παίρνει εξιτήριο από το νοσοκομείο. Εκεί, στην πραγματικότητα, ξεκινά ένας δεύτερος αγώνας: η ανάρρωση. Και αυτός ο αγώνας, για πολλούς επιζώντες και τις οικογένειές τους, παραμένει ανεπαρκώς οργανωμένος, αποσπασματικός και συχνά μοναχικός.
Σύμφωνα με την έκθεση “The Weakest Link: Recovery after cardiac arrest” του Resuscitation Council UK, κάθε χρόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο καταγράφονται περίπου 40.000 εξωνοσοκομειακές καρδιακές ανακοπές στις οποίες επιχειρείται καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση. Παρά τη βελτίωση στην ΚΑΡΠΑ από παρευρισκόμενους και τη μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση του κοινού, η φροντίδα μετά την καρδιακή ανακοπή παραμένει άνιση και ασυνεπής. Το σοβαρό πρόβλημα δεν είναι μόνο να σωθεί ο άνθρωπος εκείνη τη στιγμή. Είναι να μη μείνει μετά μόνος του απέναντι στις σωματικές, γνωστικές, ψυχολογικές και κοινωνικές συνέπειες της ανακοπής.
Η έκθεση επισημαίνει ότι οι επιζώντες συχνά αντιμετωπίζουν γνωστικές δυσκολίες, όπως προβλήματα μνήμης, μειωμένη συγκέντρωση, βραδύτερη επεξεργασία πληροφοριών και δυσκολία στη λήψη αποφάσεων. Παράλληλα, πολλοί εμφανίζουν σωματικούς περιορισμούς, κόπωση, μειωμένη αντοχή, προβλήματα κινητικότητας και ανάγκη για αποκατάσταση. Δεν είναι σπάνιο ένας άνθρωπος που «σώθηκε» να επιστρέφει σπίτι του χωρίς να μπορεί να επιστρέψει πραγματικά στη ζωή που είχε πριν.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στις ψυχολογικές επιπτώσεις. Άγχος, κατάθλιψη, φόβος επανάληψης του επεισοδίου και μετατραυματικό στρες μπορεί να συνοδεύουν τον επιζώντα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η καρδιακή ανακοπή δεν είναι ένα απλό ιατρικό συμβάν. Είναι ένα τραύμα. Και αν το σύστημα υγείας αντιμετωπίζει μόνο την καρδιά και όχι τον άνθρωπο συνολικά, τότε κάνει μισή δουλειά.
Ένα από τα πιο δυνατά σημεία της έκθεσης είναι ότι δεν μιλά μόνο για τους ασθενείς, αλλά και για τους βασικούς υποστηρικτές τους, δηλαδή τους συγγενείς, συντρόφους, φίλους ή ανθρώπους που βρέθηκαν μπροστά στο περιστατικό. Αυτοί οι άνθρωποι μπορεί να έχουν κάνει ΚΑΡΠΑ, να έχουν δει τον δικό τους άνθρωπο να καταρρέει, να έχουν ζήσει λεπτά αγωνίας μέχρι να φτάσει βοήθεια. Συχνά, όμως, μετά το περιστατικό μένουν και αυτοί χωρίς ψυχολογική ή πρακτική υποστήριξη. Αυτό είναι λάθος. Ο συν-επιζών δεν είναι θεατής. Είναι μέρος του τραύματος και μέρος της ανάρρωσης.
Η έκθεση αναδεικνύει επίσης ένα μεγάλο κενό: πολλοί επιζώντες παίρνουν εξιτήριο χωρίς σαφές πλάνο παρακολούθησης. Δεν γνωρίζουν ποιος θα τους δει μετά, τι συμπτώματα πρέπει να περιμένουν, πότε θα μπορέσουν να οδηγήσουν, πώς θα επιστρέψουν στην εργασία, αν χρειάζονται νευρολογική, ψυχολογική ή καρδιολογική υποστήριξη. Με απλά λόγια, βγαίνουν από το νοσοκομείο ζωντανοί, αλλά όχι απαραίτητα υποστηριγμένοι. Και αυτό είναι ο «αδύναμος κρίκος» στην αλυσίδα επιβίωσης.
Η λύση που προτείνεται είναι η εφαρμογή ενός Προτύπου Ποιότητας για τους Επιζώντες από Καρδιακή Ανακοπή, με οργανωμένη παρακολούθηση, πολυεπιστημονική φροντίδα και εξατομικευμένη υποστήριξη. Δεν απαιτείται απαραίτητα ένα βαρύ και πολύπλοκο νέο σύστημα. Απαιτείται καλύτερος συντονισμός των υπαρχουσών υπηρεσιών, σαφείς διαδρομές παραπομπής, συνεργασία καρδιολόγων, νευρολόγων, ψυχολόγων, εργοθεραπευτών, επαγγελματιών αποκατάστασης και πρωτοβάθμιας φροντίδας.
Η φροντίδα μετά την καρδιακή ανακοπή πρέπει να περιλαμβάνει αξιολόγηση της σωματικής κατάστασης, της γνωστικής λειτουργίας, της ψυχικής υγείας, της κοινωνικής επανένταξης και των αναγκών της οικογένειας. Χρειάζονται κλινικές παρακολούθησης, προγράμματα αποκατάστασης, ψυχολογική υποστήριξη και δίκτυα ομοτίμων, όπου οι επιζώντες μπορούν να μιλήσουν με ανθρώπους που έχουν ζήσει κάτι αντίστοιχο. Η εμπειρία του ασθενούς δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο. Είναι βασικό εργαλείο σχεδιασμού καλύτερων υπηρεσιών.
Το μήνυμα της έκθεσης είναι καθαρό: η επιβίωση είναι μόνο το πρώτο βήμα. Αν θέλουμε πραγματικά να μιλάμε για αλυσίδα επιβίωσης, ο τελευταίος κρίκος, δηλαδή η ανάρρωση και η ποιότητα ζωής, δεν μπορεί να μένει στην τύχη. Η καρδιακή ανακοπή δεν τελειώνει στο ασθενοφόρο, ούτε στη ΜΕΘ, ούτε στο εξιτήριο. Τελειώνει μόνο όταν ο άνθρωπος έχει την ευκαιρία να ξαναχτίσει τη ζωή του με αξιοπρέπεια, υποστήριξη και συνέχεια στη φροντίδα.
Για την Ελλάδα, το μήνυμα είναι ακόμη πιο επίκαιρο. Μιλάμε συχνά για την ανάγκη εκπαίδευσης στην ΚΑΡΠΑ, για απινιδωτές, για γρήγορη ανταπόκριση και σωστά, γιατί αυτά σώζουν ζωές. Όμως αν δεν οργανώσουμε και το μετά, τότε αφήνουμε την αλυσίδα μισή. Χρειαζόμαστε δομημένη φροντίδα μετά την ανακοπή, ενημέρωση των οικογενειών, παρακολούθηση των επιζώντων, ψυχολογική στήριξη και σύνδεση με υπηρεσίες αποκατάστασης. Αλλιώς πανηγυρίζουμε την επιβίωση, αλλά αγνοούμε την ανάρρωση. Και αυτό, όσο σκληρό κι αν ακούγεται, δεν είναι ολοκληρωμένη φροντίδα.
Πηγή: The Weakest Link RGB pages.pdf
Παναγιώτης Σπανός
ΔΙΑΣΩΣΤΕΣ ΡΟΔΟΥ
