Η επιληπτική κρίση είναι μια ξαφνική, ανεξέλεγκτη και παθολογική ηλεκτρική εκφόρτιση μεταξύ των νευρώνων του εγκεφάλου. Όταν ένα άτομο παρουσιάσει περισσότερα από δύο επεισόδια κρίσεων, τότε μπορεί να τεθεί η διάγνωση της επιληψίας.
Οι κρίσεις διακρίνονται σε γενικευμένες, όπου επηρεάζεται όλος ο εγκέφαλος και ο ασθενής συνήθως χάνει τις αισθήσεις του, και σε εστιακές ή μερικές, όπου επηρεάζεται συγκεκριμένη περιοχή του εγκεφάλου και ο ασθενής μπορεί να έχει ή να μην έχει διαταραχή επιπέδου συνείδησης.
Στις γενικευμένες κρίσεις περιλαμβάνονται οι τονικοκλονικές κρίσεις, όπου αρχικά υπάρχει σύσπαση και ακαμψία του σώματος και στη συνέχεια ρυθμικές τινάξεις. Υπάρχουν επίσης οι τονικές κρίσεις με έντονη δυσκαμψία, οι κλονικές με επαναλαμβανόμενες συσπάσεις και χαλαρώσεις, οι αφαιρέσεις με στιγμιαίο «πάγωμα» ή βλέμμα στο κενό, οι μυοκλονικές με σύντομα τινάγματα των άκρων χωρίς απαραίτητα απώλεια συνείδησης και οι ατονικές κρίσεις με ξαφνική απώλεια μυϊκού τόνου.
Στις εστιακές κρίσεις, όταν είναι απλές, ο ασθενής παραμένει ξύπνιος και μπορεί να αναφέρει συμπτώματα που εξαρτώνται από την περιοχή του εγκεφάλου που επηρεάζεται. Όταν είναι σύνθετες, μπορεί να υπάρχει διαταραχή συνείδησης, σύγχυση, ασυνείδητες κινήσεις, όπως κινήσεις μάσησης, τρίψιμο χεριών ή επαναλαμβανόμενες κινήσεις χωρίς σκοπό.
Οι φάσεις μιας κρίσης μπορεί να περιλαμβάνουν πρόδρομα σημεία, δηλαδή συμπτώματα που εμφανίζονται ώρες ή ημέρες πριν, αύρα που εμφανίζεται δευτερόλεπτα ή λεπτά πριν από την κρίση, την ίδια την κρίση που συνήθως διαρκεί ένα έως τρία λεπτά, και τη μετακριτική φάση, κατά την οποία ο ασθενής μπορεί να είναι κουρασμένος, συγχυτικός ή να εμφανίζει παροδική διαταραχή συνείδησης.
Παράγοντες κινδύνου για επιληπτική κρίση είναι ο πυρετός, ιδιαίτερα στα παιδιά, το εγκεφαλικό οίδημα, οι λοιμώξεις του κεντρικού νευρικού συστήματος όπως μηνιγγίτιδα, ηλεκτρολυτικές διαταραχές όπως υπονατριαιμία, η αποχή από αλκοόλ, η υπογλυκαιμία και οι όγκοι. Χρόνιοι παράγοντες μπορεί να είναι υπολειμματικές βλάβες από κρανιοεγκεφαλική κάκωση ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.
Συχνά εκλυτικά αίτια είναι το άγχος, η έλλειψη ύπνου, οι ορμονικές μεταβολές, τα έντονα ή αναβοσβήνοντα φώτα, οι λοιμώξεις, καθώς και η χρήση αλκοόλ ή ουσιών.
Κατά την αντιμετώπιση, πρώτος στόχος είναι η ασφάλεια του ασθενούς. Διατηρούμε ανοιχτό τον αεραγωγό, απομακρύνουμε επικίνδυνα αντικείμενα από γύρω του, προστατεύουμε το κεφάλι, δεν προσπαθούμε να συγκρατήσουμε βίαια τον ασθενή και δεν βάζουμε τίποτα στο στόμα του. Χαλαρώνουμε στενά ρούχα και, αν είναι εφικτό, τοποθετούμε τον ασθενή σε πλάγια θέση ασφαλείας μετά την κρίση.
Καταγράφουμε την ώρα έναρξης και λήξης της κρίσης, τα χαρακτηριστικά της, το επίπεδο συνείδησης, τα ζωτικά σημεία και τη νευρολογική κατάσταση μετά το επεισόδιο. Αν η κρίση διαρκεί πάνω από πέντε λεπτά ή υπάρχουν επαναλαμβανόμενες κρίσεις χωρίς πλήρη επαναφορά, αντιμετωπίζεται ως επείγον περιστατικό.
Στην προνοσοκομειακή φροντίδα χορηγούμε οξυγόνο και εφαρμόζουμε αναρρόφηση μόνο αν χρειάζεται. Προστατεύουμε τον ασθενή από τραυματισμό, τοποθετούμε στρώμα ή μαλακό υπόστρωμα όπου είναι δυνατόν και στηρίζουμε το κεφάλι με ασφάλεια. Δεον τον ακινητοποιούμε, γιατί αυτό συνήθως παράγει περισσότερη ζημιά παρά βοήθεια.
Η φαρμακευτική αντιμετώπιση γίνεται σύμφωνα με τα πρωτόκολλα και τις οδηγίες ιατρού, συνήθως με βενζοδιαζεπίνες όταν η κρίση παρατείνεται ή υπάρχει status epilepticus. Η διάγνωση και η διερεύνηση μπορεί να περιλαμβάνει ΗΕΓ, ενώ η οριστική αξιολόγηση γίνεται στο νοσοκομείο.
Παναγιώτης Σπανός
ΔΙΑΣΩΣΤΕΣ ΡΟΔΟΥ
